Ananas

A1 Noun

/anaˈnaːs/

Ananas

Σημασίες

Ανανάς

Προφορά

ανανάς

Μορφές λέξης

den Ananas
Dativ Plural
τους ανανάδες
der Ananas
Genitiv Singular
στον ανανά
die Ananas
Nominativ Singular
ο ανανάς

Παραδείγματα προτάσεων

A1

Ich esse gern Ananas.

Μου αρέσει να τρώω ανανά.
A2

Die Ananas schmeckt sehr süß und frisch.

Ο ανανάς είναι πολύ γλυκός και φρέσκος.
B1

Ich kaufe eine Ananas, weil ich heute einen frischen Obstsalat machen möchte.

Αγοράζω έναν ανανά γιατί θέλω να φτιάξω σήμερα μια φρέσκια φρουτοσαλάτα.
B2

Obwohl Ananas ziemlich süß ist, eignet sie sich hervorragend für verschiedene herzhafte Gerichte.

Αν και ο ανανάς είναι αρκετά γλυκός, ταιριάζει εξαιρετικά σε διάφορα αλμυρά πιάτα.