Zwetschge

A2 Noun

/ˈtsvɛt͡ʃɡə/

Zwetschge

Σημασίες

ευρωπαϊκό δαμάσκηνο

Προφορά

Τσβέτσγκε

Μορφές λέξης

der Zwetschge
Genitiv Singular
του δαμάσκηνου
der Zwetschgen
Genitiv Plural
των δαμάσκηνων
die Zwetschge
Nominativ Singular
το ευρωπαϊκό δαμάσκηνο
die Zwetschgen
Nominativ Plural
τα ευρωπαϊκά δαμάσκηνα

Παραδείγματα προτάσεων

A1

Die Zwetschge ist süß.

Το δαμάσκηνο είναι γλυκό.
A2

Ich esse gern eine reife Zwetschge zum Frühstück.

Μου αρέσει να τρώω ένα ώριμο δαμάσκηνο για πρωινό.
B1

Im Herbst kaufe ich auf dem Markt frische Zwetschgen für einen Kuchen.

Το φθινόπωρο αγοράζω φρέσκα δαμάσκηνα από την αγορά για ένα κέικ.
B2

Die Zwetschge eignet sich besonders gut für traditionelle Kuchen und Marmeladen, weil ihr Fruchtfleisch beim Erhitzen aromatisch bleibt.

Το ευρωπαϊκό δαμάσκηνο είναι ιδιαίτερα κατάλληλο για παραδοσιακά κέικ και μαρμελάδες, επειδή η σάρκα του παραμένει αρωματική όταν θερμαίνεται.